Monday, August 19, 2013

Το μπαούλο της γιαγιάς μου - my granny's cupboard

Τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μου
ως παιδί,
 
Θησαυροί κρυμμένοι σε ναφθαλίνη
treasures in mothballs
τις έχω στο σύνολο τους στο χωριό της γιαγιάς μου. 
Αυτό νομίζω δεν ισχύει μόνο 
για μένα 
άλλα για τα περισσότερα 
παιδιά της γενιάς μου.

Ώρες ξέγνοιαστου παιχνιδιού 
στα χωράφια και τις αλάνες, 
το πεντανόστιμο φαγητό της γιαγιάς,
που μας κατάφερνε να φάμε 
ακόμα και φασολάδα.
Μυρωδιές και γεύσεις, συνώνυμα της ευτυχίας. Ο φασκόμηλος, το ολόφρεσκο αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα για πρωινό, φέτες ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη. Υποβρύχιο αργά το μεσημέρι για την δροσιά. Και φυσικά τον χειμώνα, τηγανοτυρόπιτα και παραμύθια στο κρεβάτι για να κοιμηθούμε.  
Η γιαγιά μου ήταν Μικρασιάτισσα στην καταγωγή, ήρθε στην Ελλάδα παιδάκι,
με την καταστροφή της Σμύρνης. Όπως όλοι οι Μικρασιάτες κουβαλούσε τον καημό της χαμένης πατρίδας.

Την θυμάμαι ατρόμητη, να σκοτώνει φίδια στην αυλή. 
Να σφάζει κότες, κι εγώ να κλαίω από λύπη, για το ακέφαλο ζωντανό, 
που έτρεχε τυφλά κι έπεφτε νεκρό κάτω.

Το βελόνι της γιαγιάς
my granny's hook

Πεταλούδα, κιτρινισμένα νήματα, μπερδεμένα
κουβαλάνε τόσες αναμνήσεις μου.











Όλο πρωί στο χωράφι, μετά στον μπαξέ, 
στον στάβλο να ταΐσει τα ζώα, στην κουζίνα να μαγειρέψει, 
στην σάλα να μπολιάσει τον καπνό. 
Κι όταν τέλειωνε η μέρα της, αντί να πέσει ξερή από την κούραση, έπιανε το πλεκτό της.
Κανένα εγγόνι και κανένα παιδί της δεν έμεινε παραπονεμένο. 
Όλοι μας κάτι χειροποίητο είχαμε φυλαγμένο στα προικιά μας. 
Μια κουβέρτα, ένα τραπεζομάντηλο, σεμέδες, δαντέλες, χρυσοχέρα η γιαγιά! 


Η γιαγιά νανουρίζει τον αδερφό μου κι εγώ καρναβαλάκι
My grandmother and I
















Τα δάχτυλα της σκεβρωμένα, τα αρθριτικά την ταλαιπωρούσαν, 
κι όμως το βελόνι δεν το άφηνε. Και με σπασμένο χέρι έπλεκε. 

Στα χωριά, η μια γειτόνισσα δανειζόταν το πλεκτό της άλλης να βγάλει το σχέδιο. 
Καμιά δεν είχε το δικό της πλεκτό στο σπίτι. Το δικό της βρισκόταν στην κουμπάρα, του μπατζανάκη, του ξαδέρφου, κι αυτή είχε στα χέρια της το πλεκτό της θείας, του κουμπάρου, της νύφης της. Τρέχα γύρευε δηλαδή.
Το εντυπωσιακό για μένα είναι πως χωρίς ίντερνετ, τα σχέδια έφταναν παντού, σχεδόν στην άλλη άκρη της χώρας. Κι όλο αυτό απλώς χέρι με χέρι.  

Ένα σεμέν, μια απλή δαντέλα κι ένα πλεκτό
που ποτέ δεν τελείωσε.
Η εικόνα της γιαγιάς μου, καθισμένη στον καναπέ. 
Με τα πόδια απλωμένα 
σαν να νανούριζε μωρό.
Ντυμένη στα μαύρα, σχεδόν
την μισή ζωής της, 
με το πλεκτό, απλωμένο 
στην ποδιά της, 
Με συντροφεύει πάντα!

Σε ένα ρυζόχαρτο, διπλωμένο 
το δανεικό πλεκτό.
κι απάνω του καρφίτσες με χρωματιστά κεφάλια 
για τους πόντους.  

Τα μαλλιά της ήταν ασημένια 
κι έλαμπαν στο φως του παραθύρου, πιασμένα κότσο, με κάτι άτακτα τσουλούφια να φεύγουν από αριστερά και δεξιά. Φορούσε στην μύτη τα γυαλιά και τα χέρια της δεν σταματούσαν, μια δυο ώρες την ημέρα έπλεκε. 

Οι κόρες της έμαθαν την τέχνη από αυτήν, το ίδιο και η μεγάλη της εγγόνα, 
μόνον η γράφουσα,η μικρή εγγονή, αρνιόταν πεισματικά να μάθει. Προσπάθησε η γιαγιά Σοφία, 
ο Θεός ξέρει πόσο προσπάθησε. Μάταια όμως. Η μικρή ήταν αγύριστο κεφάλι, γρήγορα παρατούσε το βελόνι και ή έπιανε τα βιβλία της, ή έτρεχε πίσω από την γάτα της αυλής. Ωραία χρόνια! 
Στο σπίτι μου, αν και δεν είμαι πολύ φαν
της δαντελοδιακόσμησης















Γιαγιά μου, πέρασαν πολλά χρόνια, μεγάλωσα, έφυγες. Τα βιβλία και τα μολύβια ήταν σίγουρα αυτά που με είχαν κερδίσει. Παρέμεινα σταθερή στην άποψη μου, "δεν με νοιάζει να γίνω νοικοκυρά, βρω άντρα και να 'χω προικιά". Μα το ρημάδι το βελονάκι κυλάει στο αίμα μου, κι όταν το έπιασα, ήταν αργά να σ' έχω δασκάλα.


Σεμεδάκι χρωματιστό.
- grandmother's doilies
Λεπτομέρεια. 










Πριν φύγω από την Ελλάδα, έμεινα ένα διάστημα στο σπίτι της γιαγιάς, σκάλισα λίγο τα εργόχειρα της. 
Οι θείες μου, 15 χρόνια πριν, όσα δεν ήξεραν για ποιον προορίζονταν, τα τύλιξαν σε ρυζόχαρτο με ναφθαλίνη και τα έκλεισαν στο μπαούλο. Η νύφη μου, τα σεβάστηκε και δεν τα πείραξε. 

Και βρέθηκα εγώ με δυο χρόνια να ψευτόπλέκτω, που τα ξανάνοιξα. 
Από περιέργεια μας κι ποτέ δεν μου άρεσαν τα σπίτια που είναι φορτωμένα με δαντέλες και σεμέν. 
Ήθελα να δω, από κοντά την τέχνη, την λεπτοδουλειά, τα σχέδια και τις υφές, που της πήρε μήνες να δημιουργήσει.  

Ανάμεσα τους βρήκα κλωστές, ένα από τα βελονάκια της, κι ένα μισοτελειωμένο πλεκτό φθαρμένο από τον χρόνο. Διάλεξα να τα πάρω, μαζί μου, παρέα ένα χρωματιστό σεμεδάκι. Να τα φέρω στο εξωτερικό. Να συνδέσω κάπως την γιαγιά, με την εγγονή και να κρατήσω μια ζωντανή συνέχεια στο εργαλείο (το βελονάκι) μιας σπουδαίας πλέκτριας, 
της γιαγιάς μου. 

Δυστυχώς από εδώ που βρίσκομαι, δεν μπορώ να σας παραθέσω φωτογραφίες από τα πλεκτά της, ούτε δική της, την ώρα που πλέκει μπρος το παράθυρο. 
Όλα αυτά είναι πίσω στην πατρίδα. Στο μέλλον όταν βρεθώ στα πάτρια εδάφη θα φροντίσω να τα αποθανατίσω και να τα μοιραστώ μαζί σας.

Μοτίβο ανανάς, λεπτομέρεια. 
Η δική μου δημιουργία από τα νήματα της γιαγιάς μου
My own creation of the threads of my grandmother
Πεταλούδα τότε και τώρα... petalouda yarn Then and Now
Ελληνική Κλωστοϋφαντουργία.
 Άλλος ένας κάποτε μεγάλος κλάδος της οικονομίας μας. 

My childhood’s best memories, took place in my granny’s house. A cottage in small Greek village of  100 people.  I believe that most people of my generation share those lovely memories, those feelings of ultimate happiness and freedom.
Hours and hours of playing without ending, in spring grasslands, fields, and dusty streets.
Granny’s delicious food.
Smells and flavors, synonyms of happiness. She was serving us sage tea, fresh cow milk or goat milk, for breakfast, slices of bread with butter and sugar. Sweet vanilla in a glass of cold water at noοn.  During the winter she was baking cheese pie and telling us bedtime stories.
My grandmother was from Smyrna, she came to Greece, as refugees with her family, in 1922.   She was a little girl, when the Turks destroyed the great city. She had the sorrow and nostalgia of her lost homeland in her heart.  
I remember her being fearless, killing snakes in back yard or decapitating chickens.
Before the sun rises she was already working  in the fields, after that she was taking care of  her kitchen garden, then in the barn to feed the animals, later cooking in the kitchen, then in the  hall to stick the tobacco leaves. 
And when the day had come to an end, instead of going to rest, she was working on her crochet pieces.
All of her children and her grandchildren took something handmade of her.
Wedding blankets,  large doilies, lace sleeping pillowcases, lace curtains, presents from her to us all, in our wedding day.
Despite of the tired, of her old age, the tormenting arthritis, she was crocheting, she even crochet with her hand broken.
The picture of my grandmother, sitting on the couch. With her legs outstretched like to lull a baby. Dressed in black, almost all her life. With a doily, stretched out on her apron. Never leaves my mind.
Her hair was silver white and gleamed in the light of the window, tied knot with naughty wisps flying left and right. Her glasses were falling on the tip of her nose and her hands holding a hook and yarn, never stop working.

She taught the art of crochet to her daughters, and her oldest granddaughter. All women of the family learn, crocheting, knitting, and embroidering, except the writer of these lines.
The little girl, who was named after her grandmother, stubbornly refused to learn. Granny’s affords, to teach the little girl was vain. The little girl quickly was giving up the crochet hook, and was catching her readings, or running to play with the cats.  
So beautiful years!

Grandma, many years have passed, I grew up, and you are not with us anymore. And even my mind didn’t change, and I do not fit the role of a good housewife, I know now that crochet flows in my blood, and I’m sorry that it took me so long to accept it. And I’m sorry that it is too late for me to have you as my teacher.

Before I left from Greece, I stayed a while at grandma's house, I looked a bit of her needlework.
 My aunts, 15 years ago, wrapped in rice paper with mothballs and closed on a  trunk ever crochet piece, she made and they didn’t know for whom there was made for. My sister in law respected the family wish and left them untouched.

15years after my grandma’s death, found myself reopening them.
I did this mostly because of my curiosity, since I never liked houses that are loaded with lace and doilies.
I wanted to see, with my on beginner-crochet eyes the art, the detailed work, the patterns and textures, which took her months to create.
Among her needlework I found threads, one of her steel crochet hooks and an unfinished project, timeworn. I chose to take them with me, along with a colored doily. Not only as memories, but mostly as a try to connect over time, grandmother with her granddaughter and to keep alive the art tool (crochet hook) of a great crochet artist,
My grandmother!

Unfortunately in the country I’m living in currently, I cannot share with you pictures of her needlework or herself crocheting in front of the window.

These things are all back at home. In the future, when Ill visit my homeland Greece I will make sure to take some photos to share with you all.